σαμαρσκίτης

ο, Ν
(ορυκτ.) νιοβιοτανταλικό ορυκτό τού ουρανίου, τού σιδήρου και τού νατρίου, που αποτελεί σημαντικό μετάλλευμα τών στοιχείων αυτών, αλλ. ουρανοτανταλίτης.
[ΕΤΥΜΟΛ. < γαλλ. samarskite < Col. von Samarski, Ρώσος υπάλληλος ορυχείου].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • σαμάριο — Χημικό στοιχείο με σύμβολο Sm· ανήκει στην οικογένεια των σπάνιων γαιών, έχει ατομικό αριθμό 62, ατομικό βάρος 150,43 και επτά σταθερά ισότοπα. Το ανακάλυψε, το 1879, ο Πωλ Εμίλ Λεκόκ ντε Μπουασμπωντράν (1838 1912) στο ορυκτό σαμαρσκίτη και το… …   Dictionary of Greek

  • έρβιο — Χημικό στοιχείο με σύμβολο Er· ανήκει στην τρίτη ομάδα του περιοδικού συστήματος –υποομάδα των λανθανίδων ή σπάνιων γαιών– έχει ατομικό αριθμό 68 και ατομικό βάρος 126,27. Έχει έξι φυσικά σταθερά ισότοπα. Το ανακάλυψε το 1843 ο Σουηδός χημικός… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.